Η κατάσταση σήμερα

H Ελλάδα διαθέτει το πλέον ενεργοβόρο κτηριακό απόθεμα σε όλη την Ευρώπη. Σε κλιματικά ομογενοποιημένες τιμές, η κατανάλωση μιας κατοικίας στην Αθήνα είναι δύο με τρεις φορές μεγαλύτερη από την αντίστοιχη κατανάλωση ενός παρόμοιου κτηρίου στο Ελσίνκι. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερα σημαντικές συνέπειες στο ενεργειακό ισοζύγιο της χώρας, επιβαρύνει δραματικά τον προϋπολογισμό της κάθε οικογένειας και ιδίως των πολιτών χαμηλού εισοδήματος, αυξάνει το ηλεκτρικό φορτίο αιχμής και υποχρεώνει στην κατασκευή συνεχώς νέων σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και βυθίζει στην ενεργειακή φτώχεια εκατοντάδες χιλιάδες συμπολίτες μας.

Πως όμως φθάσαμε σε αυτήν την εξαιρετικά θλιβερή κατάσταση;

Οι κύριοι λόγοι είναι πέντε:

  • Πρώτος, και σημαντικότερος, η έλλειψη επαρκούς νομοθετικού πλαισίου για σχεδόν τριάντα χρόνια. Από το 1979 και μετέπειτα, ο κλάδος των κτηρίων εγκαταλείφθηκε στην τύχη του και μέχρι την σημερινή περίοδο δεν προωθήθηκε ούτε μια νομοθετική πρωτοβουλία για την βελτίωση του ενεργειακού και περιβαλλοντικού χαρακτήρα του. Σημειώνεται ότι, κατά το αντίστοιχο διάστημα, η Γερμανία αναθεώρησε τον σχετικό ενεργειακό κώδικα σχεδόν τέσσερεις φορές. Έτσι, η σύγχρονη τεχνολογία παρέμεινε εκτός των ελληνικών κτηρίων, ενώ η αγορά ενσωμάτωνε με πολύ αργό ρυθμό από μόνη της και χωρίς βοήθεια κάποιες μικροαλλαγές.
     
  • Ο δεύτερος λόγος σχετίζεται με την παλαιότητα του κτηριακού αποθέματος στην χώρα. Σχεδόν το 65 % των κτηρίων που διαθέτουμε είναι κατασκευασμένα πριν από το 1980 και δεν ενσωματώνουν σχεδόν κανένα σύστημα θερμοπροστασίας όπως μόνωση, διπλούς υαλοπίνακες κλπ.
     
  • Παράλληλα με τα παραπάνω, παρατηρείται εξαιρετικά σημαντική αύξηση του χώρου διαβίωσης ανά άτομο στην χώρα, γεγονός που αυξάνει την ενεργειακή ζήτηση ανά άτομο.
     
  • Ένας πρόσθετος λόγος σχετίζεται με την δραματική διείσδυση του κλιματισμού κατά τα τελευταία χρόνια, που αφενός, αυξάνει την απόλυτη κατανάλωση του κτηριακού τομέα αλλά και το ηλεκτρικό φορτίο αιχμής στην χώρα.
     
  • Τέλος, η εξαιρετικά σημαντική θερμική υποβάθμιση των αστικών περιοχών της χώρας συντελεί στην πολύ σημαντική αύξηση του κλιματιστικού φορτίου κατά την θερινή περίοδο.
     

Είναι χαρακτηριστικό ότι, κάθε οικογένεια στο Αιγάλεω, απαιτείται να δαπανήσει ετήσια περί τα 400 ευρώ επιπλέον, από έναν κάτοικο των βορείων προαστίων, για να προστατευτεί από τις υψηλές θερμοκρασίες της περιοχής.

Πηγή: "Πράσινα κτήρια, μια ευκαιρία για ανάπτυξη" - Περιοδικό «ΤΑΣΕΙΣ», Ιανουάριος 2011.
Υπογράφει: Ματθαίος Σανταμούρης, Καθηγητής Φυσικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Πρόεδρος του Κέντρου Ανανεώσιμων Πηγών και Εξοικονόμησης Ενέργειας (2011)

Πολιτικές ενεργειακής αναβάθμισης των κτηρίων

Ο σχεδιασμός ενός εθνικού προγράμματος αναβάθμισης του κτηριακού αποθέματος και του κτηριακού περιβάλλοντος, αποτελούσε εδώ και πάρα πολύ καιρό μια μεγάλη αναγκαιότητα. Έχει διαφανεί προ πολλού ότι, θα έπρεπε να πραγματοποιηθούν επενδύσεις ώστε:

  • να βελτιωθούν τα κτήρια των πολιτών χαμηλού εισοδήματος
  • να αναβαθμιστούν τα ενεργοβόρα κτήρια του δημόσιου
  • να αναγκαστούν οι μεγάλοι καταναλωτές των εμπορικών κτηρίων να εξοικονομήσουν ενέργεια
  • να αναληφθούν δράσεις ώστε να αναβαθμιστεί θερμικά το αστικό περιβάλλον.

Ποια όμως θα πρέπει να είναι τα οικονομικά και πολιτικά χαρακτηριστικά των επενδύσεων αυτών;

Κεντρικός στόχος της όλης πολιτικής για την ενεργειακή και περιβαλλοντική αναβάθμιση των κτηρίων και του δομημένου χώρου ήταν και είναι πλέον, η επικράτηση μιας βιώσιμης λειτουργίας του δομημένου χώρου ώστε αφενός, να επιτευχθεί η αναβάθμιση της ποιότητας ζωής των πολιτών, να μειωθεί η ενεργειακή κατανάλωση των κτηρίων, να επιτευχθεί περιβαλλοντική αναβάθμιση τους καθώς και να βελτιωθούν οι οικονομικοί και κοινωνικοί παράμετροι που σχετίζονται με τις παραμέτρους αυτές. Παράλληλα, θα πρέπει να εξασφαλιστούν και ικανοποιηθούν οι διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας που επιτάσσουν αφενός, εξοικονόμηση ενέργειας και ενσωμάτωση συστημάτων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας κατά 20 % έως το 2020, και αφετέρου, αναβάθμιση των κατασκευαστικών προτύπων σε τέτοιο επίπεδο ώστε, από το 2019 όλα τα νέα κτήρια να παρουσιάζουν σχεδόν μηδενική ενεργειακή κατανάλωση.

Πηγή: "Πράσινα κτήρια, μια ευκαιρία για ανάπτυξη" - Περιοδικό «ΤΑΣΕΙΣ», Ιανουάριος 2011.
Υπογράφει: Ματθαίος Σανταμούρης, Καθηγητής Φυσικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Πρόεδρος του Κέντρου Ανανεώσιμων Πηγών και Εξοικονόμησης Ενέργειας (2011)

Το κόστος της ενεργειακής αναβάθμισης των κτηρίων

Το κόστος της ενεργειακής και περιβαλλοντικής αναβάθμισης των δημοσίων και ιδιωτικών κτηρίων της χώρας συμβατή με τα πρότυπα μιας σοβαρής ευρωπαϊκής χώρας αγγίζει με συντηρητικούς υπολογισμούς τα 150 δισεκατομμύρια ευρώ.  Σε περίπτωση όπου τα υπάρχοντα κτήρια θα πρέπει σταδιακά να μετατραπούν κτήρια σε μηδενικής κατανάλωσης, απαιτούνται τουλάχιστον άλλα 70 δις έως το 2050. Ταυτόχρονα, οι απαιτούμενες επεμβάσεις στις μεγάλες πόλεις της χώρας ώστε να αντιμετωπιστεί η κλιματική υποβάθμιση και η παρατηρούμενη σοβαρή υπερθέρμανση, ξεπερνάει τα 50 δις ευρώ. Υπάρχει δηλαδή, οικονομικό αντικείμενο που ξεπερνά τα 250 δις ευρώ, ενώ οι σχετικές δραστηριότητες μπορούν να δημιουργήσουν στο σύνολό τους, άνω των 300 χιλιάδων θέσεων εργασίας.

Τα ποσά είναι γιγαντιαία και σε μία πρώτη ανάγνωση μη διαθέσιμα στην χώρα. Και όμως, μέρος του κεφαλαίου αυτού υπάρχει και μάλιστα άμεσα. Εφόσον προχωρήσει γρήγορα η εμπλοκή των εταιρειών ενεργειακών υπηρεσιών, (ESCO’s) για την αναβάθμιση κυρίως των δημόσιων κτηρίων, μεγάλες διεθνείς εταιρείες μπορούν άμεσα να επενδύσουν ένα κεφάλαιο άνω των 50 δις, μέσα στα επόμενα πέντε έως δέκα χρόνια. Ο λόγος είναι σχετικά απλός. Οι εταιρείες ενεργειακών υπηρεσιών κερδίζουν ανάλογα με την απόλυτη τιμή της εξοικονομούμενης ενέργειας για κάθε κτήριο, όπου γίνεται επένδυση. Τα ελληνικά κτήρια παρουσιάζουν τεράστια αρχική κατανάλωση και είναι δυνατός ο δραστικός περιορισμός της με σχετικά μικρές επενδύσεις. Στα ελληνικά κτήρια η κατανάλωση περιορίζεται δραστικά με απλό και φθηνό νοικοκύρεμα και όχι με επεμβάσεις εκσυγχρονισμού, που παρουσιάζουν μεγάλο κόστος. Κατά συνέπεια μια σχετικά μικρή επένδυση μπορεί να επιφέρει μεγάλα κέρδη. Τέτοια ευκαιρία δεν υπάρχει πουθενά στην Δυτική Ευρώπη, όπου η συντριπτική πλειοψηφία των κτηρίων παρουσιάζει λογική κατανάλωση και το κόστος των επεμβάσεων που απαιτείται να πραγματοποιηθούν είναι πολύ μεγαλύτερο, ενώ η εξοικονόμηση σαν απόλυτη τιμή είναι πολύ μικρότερη. Επομένως, δεν είναι τυχαίο ότι πολύ μεγάλες διεθνείς εταιρείες έχουν δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να δραστηριοποιηθούν στον χώρο. Είναι ενθαρρυντικό ότι η πολιτική ηγεσία δείχνει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για το συγκεκριμένο αντικείμενο και ολοκλήρωσε πολύ γρήγορα το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο, ενώ προχωράει πολύ γρήγορα η πιλοτική αναβάθμιση πέντε μεγάλων κτηρίων του δημοσίου από αντίστοιχες εταιρείες ενεργειακών υπηρεσιών.

Ταυτόχρονα με τα κτήρια του Δημοσίου τομέα, τα ιδιωτικά εμπορικά κτήρια μπορούν να επωφεληθούν από την δραστηριοποίηση των εταιρειών ενεργειακών υπηρεσιών και να μειώσουν δραματικά τα λειτουργικά έξοδα τους που σχετίζονται με την ενέργεια, να αναβαθμίσουν περιβαλλοντικά τον εσωτερικό τους χώρο και να αυξήσουν την παραγωγικότητα των εργαζομένων σε αυτά, χωρίς να χρειαστεί να δαπανήσουν ιδία κεφάλαια ή να δανειστούν για τις σχετικές οικοδομικές εργασίες.

Ο χώρος της κατοικίας λόγω των προφανών ιδιαιτεροτήτων απαιτεί διαφορετική οικονομική και πολιτική αντιμετώπιση. Ο πολίτης διστάζει να επενδύσει πρώτον, διότι δεν διαθέτει το απαραίτητο κεφαλαίο και δεύτερον, διότι αποθαρρύνεται από την σημαντική ασάφεια και την έγκυρη πληροφόρηση που υφίσταται στην αγορά όσον αφορά το είδος των επεμβάσεων που πρέπει να επιλέξει καθώς και το κόστος αυτών. Ήταν λοιπόν απαραίτητη η δημιουργία ενός οικονομικού περιβάλλοντος όπου ο πολίτης αφενός θα πειστεί ότι είναι προς συμφέρον του να αναβαθμίσει τον χώρο του, όπου θα του προσφερθούν ειλικρινείς υπηρεσίες και συμβουλές ώστε να επιλέξει συστήματα και υλικά που θα του προσφέρουν μεγάλα ενεργειακά κέρδη με το μικρότερο δυνατό κόστος, όπου τα οικοδομικά και ενεργειακά προϊόντα που του προτείνονται είναι πιστοποιημένα και ελεγμένα ως προς την απόδοση τους, και όπου το κόστος των προϊόντων και υπηρεσιών είναι λογικό και σημαντικά μικρότερο από αυτό που του προσφέρεται σήμερα.

Ένα τέτοιο περιβάλλον επιχειρείται να δημιουργηθεί με το Εθνικό πρόγραμμα Εξοικονόμησης Ενέργειας ‘Χτίζοντας το Μέλλον’ που αφενός, προσφέρει την απαραίτητη πληροφόρηση στον πολίτη και αφετέρου ρυθμίζει τα χαρακτηριστικά της αγοράς ώστε να εξασφαλίζεται ο κάθε επενδυτής. Παράλληλα, αναπτύσσει ένα ιδιαίτερα ευνοϊκό οικονομικό περιβάλλον όπου μέσα από σημαντικές εθελοντικές συμφωνίες με τους κυριότερους εμπορικούς και βιομηχανικούς κλάδους της αγοράς που παρουσιάζουν σημαντική παραμένουσα αξία στην χώρα μειώνει σημαντικά το κόστος των ενεργειακών επεμβάσεων.

Ο κτηριακός τομέας παρουσιάζει ιδιαίτερα σημαντικά ενεργειακά και περιβαλλοντικά προβλήματα στη χώρα μας. Το απόλυτα απαραίτητο νοικοκύρεμα και ο εκσυγχρονισμός προσφέρει τεράστιες δυνατότητες οικονομικής ανάπτυξης. Οι σχετικές πολιτικές έχουν ήδη σχεδιαστεί και απαιτείται πλέον πολύ δουλειά και προσπάθεια ώστε να αρχίσει η υλοποίηση και να φανούν τα πρώτα αποτελέσματα.

Πηγή: "Πράσινα κτήρια, μια ευκαιρία για ανάπτυξη" - Περιοδικό «ΤΑΣΕΙΣ», Ιανουάριος 2011.
Υπογράφει: Ματθαίος Σανταμούρης, Καθηγητής Φυσικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Πρόεδρος του Κέντρου Ανανεώσιμων Πηγών και Εξοικονόμησης Ενέργειας (2011)

Τι πλεονεκτήματα μπορούν να προκύψουν από μια τέτοια πολιτική;

Είναι θεμελιώδες να γίνει κατανοητό ότι ο κατασκευαστικός κλάδος, με τους όμορους κλάδους της παραγωγής δομικών υλικών και συστημάτων, είναι από τους ελάχιστους οικονομικούς κλάδους που διασφαλίζουν θέσεις εργασίας, οικονομική ανάπτυξη και παραγωγή Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΕΠ). Η ενίσχυσή του μπορεί να επιτευχθεί με δράσεις σε τρεις άξονες:

  • Την ενεργειακή αναβάθμιση των κτηρίων του δημοσίου, με χρήση τεχνικών χρηματοδότησης από τρίτους και με εμπλοκή των εταιρειών ενεργειακών υπηρεσιών
  • Την αναβάθμιση του ιδιωτικού κτηριακού αποθέματος με την βοήθεια μιας σύγχρονης δέσμης εργαλείων, όπως οι εθελοντικές συμφωνίες, τα λευκά πιστοποιητικά, τα συμβόλαια εγγυημένης απόδοσης, η χρηματοδότηση από τρίτους, και οι φορολογικές ελαφρύνσεις, και
  • Την αναβάθμιση του αστικού χώρου ώστε να αντιμετωπιστεί η δραματική κλιματική υποβάθμιση και να βελτιωθεί η ποιότητα ζωής των πολιτών, μέσω ενός δραστικού προγράμματος αστικών βιοκλιματικών αναπλάσεων, που επιδοτείται από την κεντρική διοίκηση και τις τοπικές κοινωνίες.

Πηγή: "Πράσινα κτήρια, μια ευκαιρία για ανάπτυξη" - Περιοδικό «ΤΑΣΕΙΣ», Ιανουάριος 2011.
Υπογράφει: Ματθαίος Σανταμούρης, Καθηγητής Φυσικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Πρόεδρος του Κέντρου Ανανεώσιμων Πηγών και Εξοικονόμησης Ενέργειας (2011)

Η κατανάλωση ενέργειας στα ελληνικά κτήρια

Σύμφωνα με την απογραφή των ελληνικών οικοδομών – κτηρίων, που πραγματοποιήθηκε το Δεκέμβριο του 2000 σε όλη την επικράτεια, προκύπτει ότι ο συνολικός αριθμός των κατοικιών ανέρχεται σε 5.627.549, από τις οποίες οι 4.381.317 είναι καταγεγραμμένες ως κανονικές, και των κτιρίων ανέρχεται σε 3.577.355.

Σύμφωνα με το Ενεργειακό Ισοζύγιο του έτους 2009, η ενεργειακή κατανάλωση που σχετίζεται με τα κτίρια (οικιακός-εμπορικός κλπ) στην Ελλάδα ανέρχεται σε 7.877 kΤΙΠ (kToe), ποσό που αντιστοιχεί στο 35% της συνολικής ενεργειακής κατανάλωσης, ενώ η κατανάλωση του οικιακού τομέα αντιστοιχεί στο 22%.

Πηγή: Απογραφή 2000, ΕΛΣΤΑΤ

Κτηριακό δυναμικό και κατανάλωση

Το έτος της κατασκευής των κτηρίων καθορίζει και το επίπεδο της ενεργειακής τους κατανάλωσης καθώς προσδιορίζει την ύπαρξη ή μη θερμομόνωσης.

Ο Κανονισμός Θερμομόνωσης εφαρμόστηκε στην πράξη από το 1980 και μετά.  Από τα αντίστοιχα στατιστικά στοιχεία προκύπτει ότι,  θεωρητικά, το ποσοσοστό των κτιριων με θερμομόνωση ανέρχεται σε 35%.

H ενεργειακή κατανάλωση των κτηρίων σχετίζεται επίσης άμεσα με κοινωνικό - οικονομικούς παράγοντες. Σε πρόσφατη ερεύνα σχετικά την κοινωνική διάσταση της ενεργείας στα κτήρια και το δομημένο περιβάλλον διαπιστώθηκε ότι, η μέση επιφάνεια κατοικίας στην υψηλότερη εισοδηματική τάξη είναι κατά 115% μεγαλύτερη από ότι στα χαμηλά εισοδήματα.

Σε απόλυτες τιμές, η μέση κατανάλωση ενέργειας για θέρμανση κυμαίνεται από 107 έως 130 kWh/m2/έτος.

Τα επίπεδα αυτά είναι εξαιρετικά υψηλά, και σχεδόν αντιστοιχούν στην μέση θερμική κατανάλωση των κατοικιών στην Αυστρία.

Πηγή: "Πράσινα κτήρια, μια ευκαιρία για ανάπτυξη" - Περιοδικό «ΤΑΣΕΙΣ», Ιανουάριος 2011.
Υπογράφει: Ματθαίος Σανταμούρης, Καθηγητής Φυσικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Πρόεδρος του Κέντρου Ανανεώσιμων Πηγών και Εξοικονόμησης Ενέργειας (2011)

Οικιακός τομέας

Συμφώνα με μελέτη της Εurostat, η συνολική ετήσια κατανάλωση ενέργειας ανά νοικοκυριό στην Ελλάδα, είναι περίπου 61 GJ , η 1,46 ΤΙΠ.

Η σύγκριση ανάμεσα στις Μεσογειακές χώρες καταδεικνύει ότι, τα ελληνικά νοικοκυριά παρουσιάζουν την μεγαλύτερη σχετική κατανάλωση, σχεδόν 30% μεγαλύτερη της Ισπανίας και περίπου διπλάσια της Πορτογαλίας. Ταυτόχρονα, είναι σχεδόν ίση με αυτήν της Ολλανδίας και σημαντικά μεγαλύτερη από χώρες με ψυχρότερο κλίμα όπως το Βέλγιο και η Τσεχία.

Μια σύγκριση της κατανάλωσης ανά τετραγωνικό μέτρο κατοικίας πραγματοποιήθηκε από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό EUROΑCE, όπου υπολογίστηκε η κατανάλωση ενέργειας για τη θέρμανση μιας κατοικίας, κατασκευασμένης σύμφωνα με την τοπική νομοθεσία.

Διαπιστώθηκε ότι η θερμική ενεργειακή κατανάλωση στην Ελλάδα είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από χώρες όπως είναι η Δανία, η Γερμανία η και ακόμα η Βρετανία.

Η ενέργεια στα ελληνικά νοικοκυριά δαπανάται κυρίως για θερμικές χρήσεις και συγκεκριμένα για θέρμανση των χωρών, (περίπου 59% του συνολικού φορτίου).

Το ευρωπαϊκό πρόγραμμα ΕPA-ED υπολόγισε συγκριτικά το ποσοστό της ενεργειακής κατανάλωσης των νοικοκυριών ανά είδος χρήσης. Όπως διαπιστώθηκε από το πρόγραμμα αυτό, το ποσοστό που αντιστοιχεί στην θέρμανση των κτιρίων στην Ελλάδα είναι σχετικά μεγαλύτερο από το αντίστοιχο ποσοστό σε ένα νεόκτιστο κτίριο της Δανίας.

Μια εναλλακτική μέθοδος αξιολόγησης της ενεργειακής και περιβαλλοντικής ποιότητας των κτηρίων κατοικίας είναι ο υπολογισμός των εκπομπών CO2 ανά κάτοικο σε ετήσια βάση. Συμφώνα με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος, οι κατοικίες στην Ελλάδα παράγουν περίπου 12-13 τόνους CO2 / κάτοικο/ έτος. Η τιμή αυτή είναι συγκριτικά μεγαλύτερη από όλες τις άλλες μεσογειακές χώρες και μεγαλύτερη ακόμα από πολύ βορειότερες χώρες όπως η Νορβηγία, η Γερμανία, η Αυστρία και η Βρετανία.

Πηγή: "Πράσινα κτήρια, μια ευκαιρία για ανάπτυξη" - Περιοδικό «ΤΑΣΕΙΣ», Ιανουάριος 2011.
Υπογράφει: Ματθαίος Σανταμούρης, Καθηγητής Φυσικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Πρόεδρος του Κέντρου Ανανεώσιμων Πηγών και Εξοικονόμησης Ενέργειας (2011)

Τριτογενής τομέας

Όπως και στην περίπτωση της κατοικίας, η κατανάλωση ενεργείας είναι εξαιρετικά υψηλή και για τα εμπορικά κτήρια. Από σύγκριση της ενεργειακής κατανάλωσης των γραφείων για διάφορες ευρωπαϊκές χώρες στα πλαίσια του ευρωπαϊκού προγράμματος, EPA-ED, προκύπτει ότι η ενεργειακή κατανάλωση των γραφείων στην χώρα μας είναι συγκριτικά η μεγαλύτερη ανάμεσα στις αναφερόμενες χώρες.

Παρομοια αποτελέσματα προκύπτουν και για άλλους τύπους κτηρίων του τριτογενή τομέα, (σχολεία, νοσοκομεία κλπ).

Με βάση τα δεδομένα αυτά είναι σαφές ότι τα κτήρια του τριτογενή τομέα στην Ελλάδα, παρουσιάζουν ιδιαίτερα αυξημένη κατανάλωση και είναι σαφές ότι το δυναμικό εξοικονόμησης ενέργειας είναι ιδιαίτερα σημαντικό.

Πηγή: "Πράσινα κτήρια, μια ευκαιρία για ανάπτυξη" - Περιοδικό «ΤΑΣΕΙΣ», Ιανουάριος 2011.
Υπογράφει: Ματθαίος Σανταμούρης, Καθηγητής Φυσικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Πρόεδρος του Κέντρου Ανανεώσιμων Πηγών και Εξοικονόμησης Ενέργειας (2011)